πολυτροφία

πολυτροφία
η обильное, усиленное питание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "πολυτροφία" в других словарях:

  • πολυτροφία — πολυτροφίᾱ , πολυτροφία excess of nourishment fem nom/voc/acc dual πολυτροφίᾱ , πολυτροφία excess of nourishment fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτροφίᾳ — πολυτροφίᾱͅ , πολυτροφία excess of nourishment fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτροφία — η, ΝΜΑ [πολύτροφος] υπερβολική λήψη τροφής, υπερσιτισμός …   Dictionary of Greek

  • πολυτροφίας — πολυτροφίᾱς , πολυτροφία excess of nourishment fem acc pl πολυτροφίᾱς , πολυτροφία excess of nourishment fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτροφίαν — πολυτροφίᾱν , πολυτροφία excess of nourishment fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυτροφίη — πολυτροφία excess of nourishment fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • мъногопищьныи — (1*) пр. Мъногопищьноѥ средн. в роли с. Обилие пищи: и бесчествована˫а ˫ако честь. и поносна˫а ˫ако похвална˫а. покорена˫а ˫ако получению начало. ѹмалениѥ же ˫ако и многопищноѥ. воды напоѥньѥ ˫ако вина напоѥньѥ. (πολυτροφία) ФСт XIV, 43в …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»